Φτιάχνω στο μισοσκόταδο μορφές αγγελικές

κι ο πάγος στο ουίσκυ μου από τη ζέστη λιώνει,

με βλέμμα απλανές θωρώ την κούκλα που ‘ναι μόνη

και μόνη στροβιλίζεται σε σκέψεις θεϊκές…

                                                                  ***                    

Ήχοι που χρωματίζονται και χρώματα που ηχούν,

καπνός κι ομίχλη περπατούν, σε μια γωνιά κουρνιάζουν,

την κούκλα δεν την συγκινούν, τα γύρω δεν την νοιάζουν,

ακούει μόνο της καρδιάς τους κτύπους ν’ αντηχούν…

                                                                  ***                                     

Στην μπάρα λάγνα σώματα ατέλειωτα χορεύουν,

δεν τα ποθώ, δεν τα ζητώ, ρίχνω σκαμπίλια στο σκαμπώ,

τους δυό Γορίλες θά ‘δερνα, που μ’ άφησαν να μπω

σε ψεύτικους παράδεισους, που έλκουν και πλανεύουν…

***

Κι άλλο μεσ’ στο ποτήρι μου ποτό και πάγο ρίχνω,

η κούκλα ξεσηκώθηκε και μπήκε στο χορό,

το βλέμμα από πάνω της να πάρω δεν μπορώ,

μαγνητισμένος, άσωτος και κολασμένος δείχνω…!

Ο Παγκυπριώτατος