Ο Ηλίας, Εγώ και ο Σταύρος

(Λίγο πριν την πόλη Ζουάρα – Μάϊος 1980)

Εκείνη την ημέρα επιβεβαιώθηκε – για μια ακόμα φορά – πως για να εξακολουθείς να είσαι ζωντανός, πρέπει στη ζωή σου να έχεις τύχη, διαφορετικά…

Το Land Rover της Εταιρείας στην Τρίπολη της Λιβύης είχε από την προηγούμενη μέρα ετοιμαστεί. Μαζεύτηκαν όλα τα απαραίτητα και μπήκαν στο αυτοκίνητο. Το ταξίδι μας σε κάποια περιοχή της αχανούς αυτής χώρας δεν ήταν πολύ μακρινό, μα η δουλειά που θα κάναμε ήταν χρονοβόρα. Γι’ αυτό, θα ξεκινούσαμε στις 3 το πρωί με προορισμό μια ερημική περιοχή στα Νοτιοδυτικά, εκεί ακριβώς που θα εξελισσόταν η αληθινή μου Ιστορία.

Ο Σταύρος πριν μερικούς μήνες, ήρθε στο γραφείο μου στην Κύπρο και μου έδωσε μια φωτογραφία. Τι μου θύμισες βρε Σταύρο! Δεν δυσκολεύτηκα να αναγνωρίσω αυτούς που ήταν στην φωτογραφία. Ο Ηλίας, ο Σταύρος και εγώ. Κάναμε το πρόγευμά μας στο χώμα. Συνηθισμένο ήταν, μα το ασυνήθιστο στην ιστορία ήταν αυτό που εκείνη την στιγμή δεν το γνωρίζαμε. Οι τρεις μας και μαζί ένας Ινδός οδηγός και ένας Πακιστανός εργάτης σταματήσαμε στο τελευταίο χωριό πριν την έρημο για να φάμε κάτι. Στις έξι το πρωί. Ανέμελοι και ήρεμοι, θέλαμε ακόμα καμμιά ώρα να φτάσουμε στον προορισμό μας.

Ο Ινδός στην διαδρομή μας έβαλε και κασέτα με Ινδικά τραγούδια, σαν κι αυτά του Bollywood. Καμμιά αντίρρηση. Στις εφτά η ώρα, φτάσαμε.

Ο ήλιος είχε για τα καλά φωτίσει την περιοχή, η θερμοκρασία κρατιόταν ακόμα σε σχετικά καλά επίπεδα, δουλειά παιδιά!

Κοίταξα στο βάθος, με μάγευαν οι καμπυλωτές γραμμές των οριζόντων, στριφογύριζα το βλέμμα σαν την μπίλια στο μπιλιάρδο που κτυπά και χορεύει στην τσόχα, μια εδώ και μια απ’ εκεί. Το φαιοκίτρινο χρώμα της άμμου έσμιγε με το γαλάζιο του ουρανού και εκεί ακριβώς μπορούσα να διακρίνω τους κόκκους της άμμου που σηκώνονταν από ένα ανεπαίσθητο αεράκι, Μάϊο μήνα του 1980 στην μέση του πουθενά. Μαγεία!

Έντεκα και κάτι λεπτά. Όποιος έχει δει την ταινία «The adventurers» του 1970, μήπως και κάμει παραλληλισμό! Αργή κίνηση στην έναρξη της ταινίας, ένα παιδάκι παίζει με το σκυλάκι του αμέριμνο στον κήπο του σπιτιού του, ήρεμα όλα, ώσπου ακούγεται ένας πυροβολισμός και το σκυλάκι πέφτει νεκρό. Αρχίζει η υπόθεση. Η ταινία παίρνει τις κανονικές της στροφές και το σκληρό σενάριο επί της οθόνης!

Το πρώτο βλήμα του όλμου έσκασε εκατό μέτρα μακριά. Τι στο καλό συμβαίνει; Πέσαμε κάτω. Έβαλα τις φωνές, ξελαρυγγιάστηκα. Δεύτερο και τρίτο και τέταρτο. Όλα στον στόχο, ζωντανό στόχο, που δυστυχώς είμαστε εμείς! Συρθήκαμε στο χώμα. Έρποντας επί στομάχου έπρεπε να φτάσουμε στο Land Rover. Μέσα στον χαμό, διέκρινα τα αίματα στα χέρια του Πακιστανού. Είχαμε γίνει άσπροι από την σκόνη της άμμου. Λες και τρίβαμε τους τοίχους μετά από το σπατουλάρισμα σε οικοδομή. Χωρίς μάσκα…

Οι σφυγμοί όλων μας πρέπει να έφτασαν σε επίπεδα τέτοια που τα ιατρικά όργανα θα έσπαζαν. Που να βρεις άκρη; Ο καθένας μας προσπαθούσε να βρει τρόπο να φτάσει στο αυτοκίνητο. Ευχαριστώ τους αξιωματικούς εκπαιδευτές μου στην Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού στο Ηράκλειο Κρήτης. Αυτά που μου έμαθαν, τα εφάρμοσα. Και καθοδηγούσα όσο μπορούσα και τους άλλους. Οι εκρήξεις συνεχίζονταν, η μια πάνω στην άλλη. Χωρίς διακοπή. Το αυτοκίνητο φάνηκε, ήταν εκεί. Δεν το βρήκαν ακόμα τα βλήματα. Θα ξεκινούσε; Ο Ινδός οδηγός περίμενε κάτω από το αυτοκίνητο. Είσαι καλά τον ρώτησα. Απάντηση δεν πήρα, ή μάλλον δεν άκουσε την ερώτηση από τις εκρήξεις. Και ω, του θαύματος! Και οι πέντε μας, είμασταν στο Land Rover, σώοι. Μα αβλαβείς όχι. Αίματα κυρίως στα χέρια. Το λιγότερο ήταν αυτό. Σκισμένα ρούχα και ηθικό μηδέν. Φυσιολογικό.

Ξεκίνησε το αυτοκίνητο, ευτυχώς! Μα από που θα ξεφεύγαμε; Παντού σκόνη, φωτιά και εκρήξεις, μια κόλαση και στο κέντρο της εμείς. Στόχος ζωντανός, μα μέχρι πότε θα ήταν… ζωντανός;

Πήρα το τιμόνι εγώ. Ο Ινδός ήταν αμίλητος, έτρεμε. Ο Πακιστανός σκούπιζε τα αίματα από πάνω του, ο Σταύρος και ο Ηλίας ήταν χαμένοι. Στην κατηφόρα ενός αμμώδους λόφου, άρχισα να παίρνω θάρρος! Τι τύχη, πως βρέθηκε λόφος εκεί; Φυσική προστασία. Δεν μας έβλεπαν πια.

Η στρατιωτική άσκηση, ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Ακούγαμε τις εκρήξεις, κοιτάζαμε δεξιά, αριστερά, μπροστά και πίσω, ο ζωντανός στόχος, με μανούβρες ευτυχώς δεν έγινε νεκρός στόχος.

Ότι είχαμε για την εκτέλεση της εργασίας μας έμεινε εκεί. Όργανα τοπογραφίας, υλικά οικοδομικά, εργαλεία, φαγητό και θέρμοι νερού, σχέδια και τα λοιπά χαρτιά μας. Δεν θα τα ξαναβλέπαμε, αυτό όμως ήταν το λιγότερο. Η ζωή ήταν το σημαντικό.

Είχαμε διανύσει την μισή διαδρομή μέχρι την έδρα της εταιρείας. Σταμάτησα το αυτοκίνητο. Ένα φτωχικό μπακάλικο μπροστά μας. Πήραμε κάτι να πιούμε. Να φέρουμε το μυαλό μας. Ο αράπης του μπακάλικου μας έβλεπε και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Ρώτησε, πως να του εξηγήσεις;

Δόθηκε αναφορά στην εταιρεία. Προωθήθηκε στις Αρχές της Χώρας.

  • «Συγνώμη»! Αυτό είπαν και ξόφλησαν. Τι να πω τώρα;

Δεν θέλαμε να ξαναπάμε στο μέρος εκείνο. Όμως ξαναπήγαμε μετά από τρεις εβδομάδες. Σίδερα, ξύλα, και λάκκοι παντού. Λειωμένα και παραμορφωμένα από την φωτιά όλα. Ήρθε ο Πακιστανός κοντά μου. Κρατούσε στα χέρια του ένα άμορφο αντικείμενο.

  • «Σερ, αυτός ήταν ο ματρακάς (το σφυρί) που κρατούσα την ώρα των εκρήξεων»! Το πρόσωπό του είχε ιδρώσει, συνειδητοποίησε εκείνη ακριβώς την στιγμή πως ίσως να ήταν και αυτός στην θέση του σιδερένιου ματρακά.

Δεν έμεινε τίποτε, που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Καταστράφηκαν όλα. Βλέπαμε αποσβολωμένοι την περιοχή, γεμάτη τρύπες και σίδερα και δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε πως πριν λίγες μέρες είμαστε πρωταγωνιστές σε μια μάχη, χωρίς να το θέλουμε. Στο πεδίο βολής του στρατού που θεώρησε εύκολο στόχο εμάς. Απέτυχαν.

Σε λίγο θα ξαναρχίζαμε την δουλειά που αφήσαμε τότε. Στάθηκα αμίλητος και κοίταζα πάλι τον ορίζοντα. Οι καμπυλωτές γραμμές των οριζόντων που πάντα με μάγευαν, έσμιγαν ήρεμα με τον ουρανό και οι κόκκοι της άμμου που σηκώνονταν από ένα λόφο που ξεπήδησε ως εκ θαύματος από ένα πίνακα ζωγραφικής, έμειναν χαραγμένες στην μνήμη μου. Αξέχαστη εμπειρία. Δουλειά παιδιά!

Αργά το απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε πια πέσει και το ανεπαίσθητο αεράκι έκανε την εμφάνισή του, με το χλωμό φεγγάρι σαν τον χαρταετό να λικνίζεται στον ουρανό, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής μα δεν μπορούσα τότε να φανταστώ πως αρκετά χρόνια αργότερα ο γνωστός σας Ποιητής (Ο Παγκυπριώτατος) θα έγραφε στην Ποιητική του Συλλογή «Κατόπιν γενικής απαιτήσεως…!» αυτά:

Απόψε σε θυμήθηκα, κρατώντας το τιμόνι,

εσύ κι εγώ στην έρημο, Θεός, Αλλάχ και μόνοι,

με φεγγάρι τόσο χλωμό, με τα μάτια κλαμένα,

θλιβερός στ’ αυτιά αμανές που θυμίζουν εσένα…!

(από το ποίημα «Τσάϊ γλυκό να με κερνάς…!»)

Ευχαριστώ τον Σταύρο Παναγή για την φωτογραφία. Τον Ηλία Ιωάννου δεν τον ξαναείδα. Ο Πακιστανός με τον Ινδό, θα βρίσκονται στις πατρίδες τους. Σε όλους εύχομαι να είναι καλά και ευτυχισμένοι.

Η αληθινή αυτή ιστορία του Ηρόδοτου, διδάσκει ίσως πως στα δύσκολα πρέπει να έχουμε και τύχη. Σε εμάς βρέθηκε ένας λόφος που μας προστάτεψε. Δεν ξέρω πως!

Ηρόδοτος Χρυσάνθου