Ηροδότου αληθινές Ιστορίες: Ο Κωστάκης ο Γιατρός…!

Σχεδόν είχα ξεχάσει πως στον δρόμο που περπατούσα σήμερα, κάποτε ήταν για μένα τόπος μαρτυρίου! Ο δρόμος για τον Γολγοθά μου. Αλλά θέλω να σας βάλω αμέσως στο θέμα, στο ζουμί της αληθινής Ιστορίας του Ηρόδοτου.

Δεκαετία του εξήντα, στην Λεμεσό.

  • «Γιατρέ ο γιός μου είναι αδύνατος, δεν τρώει. Μήπως του βάλεις μια ένεση, για να δυναμώσει…!» Τα λόγια της μακαρίτισσας της μάνας μου, τα είχα αποστηθίσει και ήξερα καλά πως αυτά θα άκουγα μπαίνοντας στο ιατρείο του Κωστάκη του γιατρού.

Περπατώντας σήμερα σ’ αυτόν τον δρόμο, κοίταξα ασυναίσθητα την πόρτα του παλιού κτιρίου. Κλειστή για χρόνια, γεμάτη από κακόγουστα συνθήματα, ατάκες και επιγραφές. Βρώμικη και αραχνιασμένη, ποιος ξέρει πότε έκλεισε και ποιος ξέρει πότε θα ξανανοίξει. Εάν ξανανοίξει.

Στάθηκα μερικά λεπτά στο απέναντι πεζοδρόμιο, για να την βλέπω καλύτερα. Κοίταξα ως πάνω το κτίριο. Δεν θυμόμουν τα απ’ έξω, μα θυμήθηκα τα εσωτερικά του…

Η πόρτα άνοιξε. Μια στενή αίθουσα, σαν διάδρομος. Ο χώρος αναμονής των αρρώστων. Το δάπεδο υπέροχο. Στρωμένο με μαρμαράκια, διακοσμημένο με μαεστρία, σχέδια στην εσωτερική περίμετρο. Φωτογραφίες στον τοίχο, κυρίως στα αριστερά όπως έμπαινες. Τι φρίκη! Ήταν φωτογραφίες επιλεκτικά τοποθετημένες, να τις βλέπουν τα παιδάκια και να τρομάζουν. Τις έβλεπα κι εγώ, ήθελα να βάλω τα κλάματα, ήθελα και να δραπετεύσω. Αλλά που να πάω; Έσκυβα το κεφάλι και έβλεπα το δάπεδο. Τα παιδάκια των φωτογραφιών στον τοίχο ήταν φορτωμένα με όλες τις δερματικές παθήσεις. Τρόμαζα αλλά ποτέ δεν έφυγα. Και κάτι σκελετοί…! Έτσι ήμουνα κι εγώ; Αποκλείεται, μάλλον μόνον στην φαντασία των γιατρών. Εγώ ήμουν ωραίο παιδάκι. Αποκλείεται να είχα τέτοια κόκκαλα.

Στον απέναντι τον βόρειο τοίχο αυτού του δωματίου, μια διπλή ξύλινη ντουλάπα. Ως εδώ εντάξει. Ψηλά πάνω δυο με τρεις μεγάλες γυάλινες μπουκάλες κλειστές. Μα μέσα στις μπουκάλες  τι; Εκτός από ένα κίτρινο υγρό…, δεν το γράφω, φοβάμαι ακόμα και σήμερα…! Ανατριχιαστικό και αηδιαστικό το περιεχόμενο.

Η μυρωδιά από την ναφθαλίνη και το οινόπνευμα ήταν διάχυτη παντού. Στον προθάλαμο, στο ιατρείο, έφτανε μέχρι την πλατεία Σαριπόλου και στην κεντρική αγορά. Ζαλίστηκα. Όπως τότε, μου έρχεται μια αναγούλα, κλείνω την μύτη. Κλείνω και τα μάτια, κλείνω και τα αυτιά μου, γιατί ακούω κάτι. Νταν – νταν – νταν – νταν…!

Ένα μεγάλο ρολόϊ στον δυτικό τοίχο του δωματίου αναμονής αρρώστων. Εκκρεμές! Και η πινακίδα που σε ενημέρωνε. «Ο γιατρός απουσιάζει, θα επιστρέψει στις δέκα». Αμάν, απουσίαζε; Που πήγε, να φάει μήπως στο κοντινό μαγειρείο του Θεόφιλου χούμους ή στον Γιάγκο σουβλάκια; Καψόνι πραγματικό η αναμονή. Πότε επιτέλους θα έρθει ο γιατρός; Θα πεθάνω από την αγωνία και όχι από την γρίππη, αν είχα. Νταν – νταν – νταν – νταν – νταν…! Θρίλερ η κατάσταση! Γιατρέ με πέθανες. Οι κτύποι του ρολογιού ακούγονται μέχρι σήμερα, αποκρουστικοί σαν αυτούς σε ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ.

Ωχ, ήρθε ο γιατρός! Δεν είμαι άρρωστος… «μάμμα, πάμε να φύγουμε». Η άσπρη μπλούζα του γιατρού, κοντή μέχρι την μέση του, δυο τσέπες μια αριστερά και μια δεξιά, ανοικτή ψηλά για να φαίνεται το γκρίζο σακάκι του και το όχι άσπρο πουκάμισό του. Η γραβάτα ριγέ. Το περιβάλλον του ιατρείου, μάλλον ικανοποιητικό. Εναρμονισμένο με την όλη… διακόσμηση.  Ανακατεμένα όλα. Βιβλία, κατσαρολάκια, διάφορα μπιμπελό, ένα πιάτο με έξι σύκα από χτες, ένα μισογεμάτο τασάκι για τσιγάρα, ένας καλόγερος με δύο σακάκια και μια ρόμπα να κρέμονται, δύο καρέκλες για τους ασθενείς, μια… προεδρική γι’ αυτόν. Ωραία, αρχίζουμε.

«Γιατρέ ο γιός μου είναι αδύνατος, δεν τρώει. Μήπως του βάλεις μια ένεση, για να δυναμώσει…!». Ήταν εντολή της μάνας προς τον γιατρό. Ήξερε καλύτερα από κάθε άλλον.

Τα γυαλιά στα μάτια του Κωστάκη του γιατρού ήταν σχεδόν πάνω από το στόμα του, στα ρουθούνια. Με κοίταξε από πάνω. Είδα τα μάτια του. Έκαμα κι εγώ διάγνωση. Δεν ήταν άρρωστος, φυσιολογικά μου φανήκανε, αλλά την διάγνωση θα την έκανε αυτός για μένα. Περπάτησε αργά στο ξύλινο πάτωμα του ιατρείου, τα σανίδια του έτριξαν, η τρίχα μου σηκώθηκε. Ίδρωσα. Όχι, δεν ήταν εφιάλτης. Το ζούσα, τότε έκλαιγα, σήμερα γελώ, διότι τα πράγματα έτσι ακριβώς ήταν. Ή μήπως έπρεπε να ήταν ακριβώς το αντίθετο. Τότε να γελούσα και σήμερα να κλαίω.

  • « Άνοιξε το στόμα σου, βήξε, κοίταξε πάνω, κάτω!». Κτυπήματα στην πλάτη, ακροαστικά με το στηθοσκόπιο, έλεγχος στα αυτιά και στη μύτη.
  • «Πως είναι κύριε Κωστάκη;» ρωτούσε η μάνα μου.
  • «Θα του κάμω μια δυναμωτική ένεση, είναι λίγο αδύνατος»!

Η σύριγγα ήταν δεκαεννιά πόντους, μπορεί και τριάντα οκτώ, ποτέ δεν μπόρεσα να σιγουρευτώ. Θεέ και Κύριε, αυτή θα ήταν η ένεση; Η γκαζομηχανή ήταν ήδη αναμμένη. Η σύριγγα έπρεπε να αποστειρωθεί. Ρε παιδιά μια χαρά είμαι, γιατί με έφεραν εδώ; Σαν κατηγορούμενος φαινόμουν. Θα γίνει η δίκη; Που είναι οι Γραμματείς και που οι Φαρισαίοι; Που είναι τέλος πάντων ο Πιλάτος; Εγώ κρατούσα τον Σταυρό μου, αυτόν που μου έδωσε η νονά μου όταν με βάφτισε. Μακάρι να με φυλάξει ο Θεός να μην πεθάνω την στιγμή της ένεσης. Το υγρό παρασκεύασμα ξεχείλισε από την τρύπα της σύριγγας. Ένδειξη πως έφυγε ο αέρας από το φιαλίδιο. Δεν πέθανα.

Από μέσα, στο ιατρείο, άκουγα κι άλλους που καθόντουσαν στην αίθουσα αναμονής. Αναστέναζαν, από τι δεν ξέρω. Και κάθε λίγο…, νταν – νταν – νταν…, το ρολόϊ! Κύριε Χίτσκοκ, έπρεπε να βρισκόσουν εδώ. Την καλύτερη σου ταινία θα την γύριζες στην Λεμεσό, στο ιατρείο του Κωστάκη του γιατρού. Θα έπαιρνες το Όσκαρ, ασυζητητί!

  • «Πόσα γιατρέ;» ρωτούσε η μάνα μου.
  • « Δέκα σελίνια…, δεν πειράζει!» Η τιμή, τιμή δεν έχει. Αυτή ήταν.

Η επιστροφή στο σπίτι, ήταν σαν Ανάσταση. Ο Άδης κατελύθη. Ο γιατρός έκαμνε πάντα το θαύμα του. Επιστήμων με τα όλα του. Δεκαετία του εξήντα στην Λεμεσό, στην οδό Κιτίου Κυπριανού, στον αριθμό 17. Σήμερα η πόρτα ήταν κλειστή, μα εγώ μπόρεσα χωρίς να την ανοίξω και μπήκα μέσα.

Αν γράψω κι άλλα, θα νομίζετε πως είμαι τερατολόγος. Όχι βέβαια! Ρωτήστε και τον φίλο μου τον Αντρέα Π. Αυτός μπορεί να προσθέσει κι άλλα. Όπως και ο φίλος ο Ντίνος στο Μπέρμιχαμ. Ανατριχιαστικά, αηδιαστικά, τρομακτικά, αλλά αληθινά.

Α! Για να μην το ξεχάσω, στα κωλομέρια μου κάτι πονάκια που νιώθω πολλές φορές, δεν οφείλονται στις κλωτσιές που τρώμε στα γήπεδα. Είναι της ένεσης του κυρίου Κωστάκη.

Ηρόδοτος Χρυσάνθου