Ηροδότου αληθινές Ιστορίες: Το λιώσιμο των πάγων!

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

Εκείνο το απόγευμα του Σαββάτου στις 4 Μαρτίου του 2006 ήταν προαποφασισμένο πως θα έμενα στο διαμέρισμα, μέχρι να με βρει η Κυριακή. Ο καιρός ήταν τόσο κακός, η βαριά βροχή δεν επέτρεπε οποιαδήποτε έξοδο, τα χιόνια του Φεβρουαρίου είχαν ήδη φτάσει στο ύψος μου, αλλά άρχισαν σήμερα να λιώνουν από τα νερά της βροχής και το όλο τοπίο θύμιζε μια τεράστια λίμνη, που από κάτω της κρύφτηκαν οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, οι πλατείες και οι γραφικοί παιδότοποι, τα γήπεδα και οι  εγκαταστάσεις αθλοπαιδιών και ένα σωρό άλλα, που οποιαδήποτε απόπειρα κυκλοφορίας στους δρόμους θα ήταν επικίνδυνη!

Μάρτιο μήνα του 2006 και η θερμοκρασία ήταν ακόμα πολύ χαμηλή. Δεν ήταν βέβαια στο μείον τριανταοκτώ του Ιανουαρίου αλλά… Από το μείον είκοσι… ανέβαινε στο μείον δέκα, μα σήμερα η βροχή την ανέβαζε ακόμα πιο ψηλά και η πλημμύρα ήταν αναπόφευκτη. Το εργοτάξιο έμεινε κλειστό. Πρόσβαση δεν υπήρχε. Και εγώ… παρακολουθούσα την κατάσταση από το παράθυρο του διαμερίσματος της οδού Kilinskiego στο Gliwice…! Μια απέραντη λίμνη χωρίς αρχή και δίχως τέλος. Τι άλλο θα έβλεπα απόψε; Δείτε την φωτογραφία.

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΘΡΙΛΕΡ

Έβλεπα τηλεόραση. Μια ταινία, που την θυμάμαι. «Havana, the lost City». Εντελώς άσχετη με την «μαγική εκείνη βραδιά»! Εκείνη την βραδιά, που είχα όμως τις δικές μου ανησυχίες. Πάντα για το εργοτάξιο που ναι μεν το φύλαγαν οι άνθρωποι της Εταιρείας Security, μα το δικό μου μάτι ήθελε να είναι εκεί. Περνούσε η ώρα, τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν και ο δυνατός αέρας που σφύριζε έκανε σκηνικό μιας ταινίας τρόμου, την ώρα που θα έβγαιναν οι… βρικόλακες να κατασπαράξουν τον κόσμο. Γι’ αυτό ακριβώς τώρα πια δεν βλέπω ταινίες με βρικόλακες. Μου θυμίζουν εκείνο το βράδυ στο Gliwice.

Άκουσα το κινητό μου να κτυπά. Μπα! Ποιος με θυμήθηκε στις δώδεκα παρά δέκα τα μεσάνυχτα; Τώρα που ήμουν έτοιμος να χωθώ στο κρεββάτι; Πολωνικός αριθμός. Γνωστότατος.

  • «Το και το…!». Αυτό μου είπε η γνώριμη φωνή στο τηλέφωνο.

Έπρεπε να πάω επειγόντως στο εργοτάξιο. Πάση θυσία σε λίγη ώρα ήταν ανάγκη να βρίσκομαι εκεί.  Άφησα τους βρικόλακες πίσω στο διαμέρισμα. Ο δυνατός άνεμος, η βροχή και το κρύο ανακατεύτηκαν και ένα βούρκο έπεσε πάνω μου την στιγμή ακριβώς που προσπάθησα να μπω στο αυτοκίνητο. Το νερό μπήκε μέσα, μα ευτυχώς που φορούσα γαλότσες. Το παλτό έγινε κιόλας μούσκεμα. Αδιάβροχο ευτυχώς είχα πάντα στο αυτοκίνητο.

Οι δρόμοι σκοτεινοί, γενική συσκότιση στην πόλη, κανένας δεν κυκλοφορούσε και κανένας εκτός από εμένα και τρεις τέσσερις άλλους τεχνικούς του Δήμου και της Εταιρείας Διαχείρισης Υδάτων που θα είχαν εδώ και λίγη ώρα πάει στο εργοτάξιο. Άκουγα τις σειρήνες των αυτοκινήτων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Από κοντά ή μακριά έφταναν στ’ αυτιά μου και έκαναν την όλη ατμόσφαιρα… παραμυθένια. Οι δράκοι δεν εμφανίστηκαν ακόμα! Σκοτάδι βαρύ, πίσσα η νύχτα, κρύο και πάγος, μια βροχοθύελλα που έσπρωξε το νερό στην μηχανή του αυτοκινήτου και με τα δυνατά φώτα αναμμένα, τα κατάφερα! Έφτασα ως εκεί.

Οι γαλότσες μου είχαν βουλιάξει μέσα στη μαύρη λάσπη, στο κάρβουνο, στα νερά και στο μαύρο χρώμα της νύχτας. Τέτοια πρωτόγνωρη εικόνα βίωνα που πρώτη φορά την βγάζω στο φως!

Είδα σκιές από κάποια απόσταση. Σκιές που κρατούσαν φακούς. Οι φύλακες ήρθαν κοντά μου. Υπήρχε κίνδυνος! Σοβαρός κίνδυνος κατάρρευσης των κτιρίων. Αυτό φοβόντουσαν, αυτό μου είπαν. Αυτό το διαπίστωσα κι εγώ. Οι εφεδρικές γεννήτριες από την παγωνιά δεν ξεκινούσαν με τίποτε. Και τα νερά από το λιώσιμο των πάγων γέμιζαν με μεγάλη ταχύτητα τις υπόγειες σήραγγες. Έξι ώρες ήταν το ανώτατο χρονικό όριο. Μετά…

Καθώς τα κτίρια είχαν απογυμνωθεί για τις εργασίες αναπαλαίωσης και ανακατασκευής, τα διέκρινα σαν ανεμοδαρμένα καράβια χωρίς πανιά, να παλεύουν σε μια θάλασσα, σκοτεινή και αινιγματική, που παρόλο που δεν ήταν κυματώδης, ήταν ικανή να παρασύρει τα πάντα, κτίρια και εγκαταστάσεις, ανθρώπους και σκιές, όλα μαζί να οδηγηθούνστην απόλυτη αφάνεια! Οι φωτογραφίες είναι από το κατασκευαστικό στάδιο εκείνης της περιόδου.

       

ΟΤΑΝ ΟΛΑ ΠΑΝΕ ΣΤΡΑΒΑ

Δύο συνάδελφοι μηχανικοί του Δήμου της Πόλης με πλησίασαν και με ενημέρωσαν. Ότι ακριβώς μου είπαν και οι φύλακες. Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα σταμάτησαν οι αντλίες νερού που δούλευαν 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, 365 ημέρες τον χρόνο για να βγάζουν το νερό από τις υπόγειες δαιδαλώδεις σήραγγες σε βάθος 300 μέτρων, ώστε να μην πλημμυρίσουν όχι μόνον στην δική μας περιοχή αλλά και στις όμορες με τα μεγάλα, σε λειτουργία ακόμα, ανθρακωρυχεία. Δύσκολο το πρόβλημα, δεν είχαμε τις γνώσεις, κανένας δεν τις είχε. Έπρεπε να μπουν σε λειτουργία άμεσα οι εφεδρικές γεννήτριες, αλλά… όταν στραβώσει η ουρά του σκύλου δεν ισιώνει. Οι αντλίες δεν έμπαιναν σε λειτουργία. Μυστήριο άλυτο.

Το απόλυτο σκοτάδι δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τις οποιεσδήποτε κινήσεις μας. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία δεν προλάβαινε να επέμβει στα πάμπολλα περιστατικά πλημμυρών στην πόλη, η Εταιρεία παροχής Ηλεκτρισμού χάθηκε στον γενικό χαμό κι εμείς μόνον υποθετικές ενέργειες μπορούσαμε να κάνουμε. Το μυαλό μας το είχαμε στην σωτηρία των θεόρατων κτιρίων. Σωθήκανε όμως; Ναι, όπως φαίνεται σωθήκανε. Οι φωτογραφίες το επιβεβαιώνουν, ένα έργο ζωντανό και υπέροχο.

             

Το ποτάμι Kłodnica που διατρέχει την πόλη από την μια άκρη μέχρι την άλλη, είχε ξεχειλίσει τόσο που έγινε ένα και το αυτό με τους δρόμους και τις πλατείες. Εάν δεν γνώριζες που πας, τότε ήσουν καταδικασμένος…! Σε αυτό το ποτάμι έπεφτε (και συνεχίζει να πέφτει μέχρι σήμερα), το νερό που αντλείται από τις υπόγειες σήραγγες και τις στοές των ανθρακωρυχείων. Με σωλήνες διαμέτρου 500 χιλ. Πρόσφατα πήγα σ’ αυτό το ποτάμι. Όταν πλημμύρισε τότε, τα καταστήματα στην πόλη είχαν πλημμυρίσει και αυτά. Οι φωτογραφίες είναι του Αυγούστου 2022.

         

ΓΗΡΑΣΚΩ ΑΕΙ ΔΙΔΑΣΚΟΜΕΝΟΣ

Είδα και έμαθα πολλά εκείνο το βράδυ. Βλέποντας τις αγωνιώδεις προσπάθειες των τεχνικών να βάλουν μπροστά τις γεννήτριες με τις εφεδρικές αντλίες, τις φωνές απογοήτευσης και τις βρισιές ενδεχομένως, την ελπίδα και την επιμονή των ανθρώπων για να σώσουν το έργο, την χαρά και τα επιφωνήματα όταν επιτέλους ακούστηκε ο θόρυβος της μηχανής των γεννητριών, δεν είχα όρεξη για τίποτε άλλο, παρά να καθίσω στο αυτοκίνητό μου και σιωπηρά να πω… «μπράβο»! Η ώρα πήγε τέσσερις και είκοσι το πρωί. Δεν έκανε… κρύο. Ψέματα σας λέω!

                    

Πέντε και τέταρτο το πρωί της Κυριακής σταμάτησα στον χώρο στάθμευσης μπροστά από το διαμέρισμα της οδού Kilinskiego στον αριθμό 14. Δεν κατέβηκα αμέσως. Σκεφτόμουν. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει, ζεστή και καταστροφική. Το βράδυ που πέρασε ήταν εξαιρετικό. Εφιαλτικό μεν αλλά γεμάτο εμπειρίες και γνώσεις. Συνάντησα τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες, τον άγριο Ποσειδώνα, για να φτάσω – εάν ποτέ είναι εφικτό – στην Ιθάκη, σαν κι αυτή  του Καβάφη. Πάντα χωρίς φόβο, πάντα με την ελπίδα. Γι’ αυτό σήμερα την εξιστορώ, κυρίως για τα παιδιά τα δικά μου. Να μάθουν για το λιώσιμο των πάγων στον πλανήτη μας. Αυτό το φαινόμενο που σε μικρότερη κλίμακα το έζησα εκείνο το Σαββατοκύριακο. Εύχομαι να μην το ζήσουν ποτέ.

ΤΟ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΜΠΑΟΥΛΟ

Εκείνο το θεοσκότεινο Σάββατο, ξαναβρέθηκε σκονισμένο στο μπαούλο των αναμνήσεων. Μου το θύμισε τηλεφωνικά πριν από μερικές μέρες ο καλός μου φίλος Adam από το Katowice. Λες και ήταν χθες! Στην φωτογραφία, εγώ, η Βάσω, ο Adam και η Maria στο σπίτι τους στο Katowice πρόσφατα.

Την ώρα που τρεμόπαιζαν τα φώτα της πόλης, έτοιμα να σβήσουν από την φοβερή βροχοθύελλα, μεσάνυχτα, την στιγμή ακριβώς που θα άκουγα για τελευταία φορά το silencio από τις καμπάνες της διπλανής Εκκλησίας, εγώ έμπαινα στο αυτοκίνητό μου, πηγαίνοντας προς… μια Ιθάκη, που πάντοτε χαρίζει περιπέτειες! Που σε γεμίζει Σοφία και Πείρα! Σαν και αυτή την περιπέτεια που περιέγραψα στην αληθινή μου ιστορία.

Ηρόδοτος Χρυσάνθου