Ηροδότου αληθινές Ιστορίες: Με το Συναίσθημα!

Κοίταξα γύρω, αναζήτησα το πλησιέστερο καλάθι για τα άχρηστα και πέταξα το μουσκεμένο χαρτομάντηλο. Ένα κιλό δάκρυ σε ένα τόσο μικρό χαρτομάντηλο.

Έφευγα για τελευταία φορά από ένα μέρος, που γι’ αυτό ειδικά το μέρος θα μπορούσα να γράψω τόσες αληθινές ιστορίες, για να γεμίσω δεκαέξι τόμους.  Δεν θα τους γράψω όλους με την μία. Σιγά-σιγά, να σκέφτομαι πρώτα πως θα… γαργαλίσω τα συναισθήματα, εκτός από τα δικά μου και τα δικά σας.

Μπήκα στο αυτοκίνητό μου για τον δρόμο της επιστροφής μα δεν είχα καν διανύσει 15 μέτρα. Σταμάτησα, Άνοιξη ήταν, Μάρτιος του 2010 και κοίταξα ξανά το επιβλητικό κτίριο που βρισκόταν μπροστά μου. Ρε, ονειρεύομαι; Πότε γεννήθηκε, πότε πέθανε, μα κυρίως πότε αναστήθηκε; Χαρτομάντηλα μπόλικα στο κουτί, τράβηξα μερικά και σκούπιζα το πρόσωπο. Ευτυχώς που έχω πολλές φωτογραφίες, για να τις βλέπω μέσα-μέσα, να θυμάμαι και να σχολιάζω. Δεκαοκτώ χιλιάδες φωτογραφίες σε ηλεκτρονική μορφή. Κατέβηκα πάλι κάτω, ακούμπησα στο αυτοκίνητο και με το βλέμμα απλανές, μονολόγησα… «ευτυχώς που δεν φύγαμε!».

Ο χειμώνας, το έχω ξαναγράψει πολλές φορές, ήταν μακρύς και βαρύς. Το χρονοδιάγραμμα κατασκευής του τόσο σημαντικού για την πόλη του Γκλιβίτσε Έργο, πολύ στενό. Δεν υπήρξε ποτέ δευτερόλεπτο για χάσιμο. Το τεράστιο αδρανοποιημένο ανθρακωρυχείο, περίμενε εμάς να του δώσουμε ξανά ζωή. Θεέ και Κύριε, μόνον ο Χριστός μπόρεσε να αναστήσει τον Λάζαρο. Εμείς πώς θα μπορούσαμε;

Καθαίρεση και διαλογή των υλικών.

Οι μπουλντόζες μπήκαν μέσα στο μεγαλύτερο κτίριο. Μια πλευρά του κτιρίου κατέρρευσε, έγινε είσοδος για ν’ αρχίσει η δουλειά. Ήμουνα μέσα. Μια εισβολή που μου έμεινε χαραγμένη στο νου και σαν έβλεπα το σφυρί να σπάει τις παλιές κατασκευές, ήταν η πρώτη φορά που φόρεσα μάσκα, από τις αναθυμιάσεις της σκόνης και του άνθρακα. Ζήτησα συγνώμη από τον εαυτό μου. Αποκλείεται, αυτό που πάμε να κάνουμε ήταν ανθρωπίνως αδύνατον. Για πολλούς λόγους. Ήθελε κότσια. Τα είχαμε; Για να δούμε…

Χωρίς λόγια. Καταλαβαίνετε.

Χρειάστηκαν πολλές εβδομάδες σκέψης και προγραμματισμού και αρκετοί μήνες να καθαρίσουμε εσωτερικά το θεόρατο κτίριο. Να μείνει μόνο το κέλυφος. Προσοχή μην πέσει στο κεφάλι μας. Πάντα… «Ο τολμών νικά»! Καταφέραμε να το φέρουμε σε μια τέτοια κατάσταση που να μπορεί ο κόσμος να δουλεύει με ασφάλεια στο εσωτερικό του.

Όταν αρχίσαμε να βλέπουμε φως στο βάθος της σήραγγας!

Συνέχεια ονειρευόμουν την στιγμή που θα στεκόμουν απ’ έξω να το έβλεπα τελειωμένο. Σαν ας πούμε, την στιγμή την τωρινή!

Φοβόμουν τα πάντα. Τον καιρό, τον άνεμο, την βροχή και το χιόνι. Και προπαντός τις εκπλήξεις. Ποτέ δεν ήξερα τι έκρυβαν οι παλιές κατασκευές και τα υπόγεια κατασκευάσματα. Παιδιά, να κοιτάξουμε την επιστημονική βιβλιογραφία να δούμε τι γράφει. Τι κάνουμε σε τέτοιες περιπτώσεις. Σαν τον γιατρό που ψάχνει να βρει μια θεραπεία, να θεραπεύσει τον άρρωστο. Τίποτε, η επιστήμη βασιζόταν πάνω μας. Ιδίως στον υποφαινόμενο. Συνεχείς οι συσκέψεις.  Όλοι κοίταζαν τον αρχηγό.

Στο γραφείο μου, πίσω από την καρέκλα μου, στον τοίχο ψηλά να φαίνεται, τοποθέτησα μια χειρόγραφη στα Ελληνικά, καλογραμμένη επιγραφή που έλεγε:

  • «Αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω». Τελεία. Ξεκάθαρο μήνυμα.

Με ρωτούσαν οι Πολωνοί τι έγραφε. Τους το εξηγούσα κάθε φορά και κάθε φορά διέκρινα ένα μορφασμό, σαν να ρωτούσαν τι ακριβώς σημαίνει. Στην μάχη, ένας δίνει τις εντολές, οι υπόλοιποι πρέπει να υπακούουν. Αν πεθάνουμε, θα πεθάνουμε όλοι μαζί. Αν όμως νικήσουμε; Μα, στην προκειμένη περίπτωση νικήσαμε; Θα το δούμε στο τέλος.

Χιόνι και κρύο, βροχή, μαύρη λάσπη και ομίχλη, ένα σκηνικό που όμοιό του δεν είχα ξαναδεί. Κάτι ακούω για θερμοκρασίες 2-3 βαθμούς Κελσίου. Γελώ, είχαμε για πολλές εβδομάδες από μείον εικοσιπέντε, στο μείον τριανταπέντε. Απλά τα πράγματα. Συμπεράσματα βγαίνουν από τον καθένα εύκολα. Δεν πρέπει να είσαι εμπειρογνώμων για να το αντιληφθείς. Όμως δουλεύαμε. Με τουρμπίνες ζεστού αέρα μέσα στα κτίρια.

Όλα λευκά! Για πέντε μήνες.

Κρύο; Μπα…

Υπήρχαν φορές που πήγαινα στο σπίτι αργά το βράδυ, εξουθενωμένος. Ήθελα να με πάρει ο ύπνος αλλά δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Καλύτερα να σκέφτομαι το αύριο. Θα βρούμε το κέλυφος του κτιρίου όπως το αφήσαμε ή θα είναι ένας τεράστιος σωρός από ερείπια και μπάζα; Έφευγα άγρια μεσάνυχτα για το εργοτάξιο. Ο φύλακας με ρώτησε μια φορά αν ήθελα γιατρό. Ψυχίατρο ήθελα, αλλά ήμουν εν τέλει όπως αποδείχτηκε, ευτυχώς καλά. Ό άνεμος διαπερνούσε τους τρυπημένους τοίχους και σφύριζε, το χιόνι έπεφτε χοντρό από την ασκέπαστη οροφή μα εγώ στα αυτιά μου άκουγα αυτό που ήθελα να ακούω, μουσική του Χατζηδάκη γιατί ήθελα να αντισταθμίζω το άσχημο με το ωραίο. Θρίλερ η κατάσταση.

Σάπιες ξύλινες κατασκευές, μέταλλα και πολλά άλλα ανόμοια οικοδομικά στοιχεία και υλικά κρεμόντουσαν από την οροφή, που πλέον δεν είχε κεραμίδια και το κρύο χιόνι πέφτοντας από τον ουρανό, σκέπαζε το σκαμμένο, χιλιοτρυπημένο δάπεδο. Η δουλειά δεν τελείωνε έτσι. Κάναμε και προσευχές.  Πολλές προσευχές και μετάνοιες. Δεν θα εξηγήσω εδώ την τεχνική, ούτε τα μηχανικά μέσα που είχαμε για την δουλειά. Εξ άλλου δεν ενδιαφέρουν τώρα όλα αυτά. Η δουλειά τότε ήθελε μυαλό. Αυτό που μας έδωσε ο Θεός, τουλάχιστον!

Ο πεθαμένος!

Σάπια όλα!

Όλα έγιναν με μεθοδικότητα και προγραμματισμό!

Όταν περπατούσα μια μέρα στο χιόνι, σταμάτησα καμμιά εκατοστή μέτρα μακριά και έβγαλα φωτογραφία. Θυμάμαι που τόνισα στον Πολωνό μηχανικό που ήταν μαζί μου, πως όταν τελειώσουμε το Έργο, θα του έδινα δώρο το κασκόλ της ΑΕΚ που κρατούσα. Τέτοιο τάμα είχα κάμει. Δεν το εκπλήρωσα. Κι ο Πολωνός δεν το θυμήθηκε. Αμάρτησα.

Φαίνεται ότι δεν… κρύωνα! Κρατούσα το κασκόλ της ΑΕΚ

Άνοιξη ήταν, Μάρτιος μήνας κι έβλεπα το κτίριο απ’ έξω. Το μυαλό μου στριφογύριζε μέσα, στο συγκεκριμένο κτίριο, διαπερνούσε τις γωνιές των μοντέρνων χώρων, σταματούσε στις υπερσύγχρονες ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, στις άψογες από κάθε τεχνική άποψη κατασκευές, στις αρχιτεκτονικές συνθέσεις που πάντρεψαν το παλιό με το σύγχρονο, έμπαινα στα μεγάλα lobbies που επιβλητικά δέσποζαν στους αχανείς χώρους, στεκόμουν με προσοχή στο Μουσείο που είχε στηθεί με πολλή επιμέλεια στον τελευταίο όροφο και δίδασκε την παράδοση στους επισκέπτες και… ευλογούσα τα γένια μου θαυμάζοντας το νεκρό κτίριο που είχε πλέον αναστηθεί όπως και τα υπόλοιπα στο παλιό ανθρακωρυχείο του Γκλιβίτσε, που το έβλεπες και έλεγες… αποκλείεται, δεν είναι δυνατόν! Και συνεχώς να βουίζουν στ’ αυτιά μου τα λόγια κάποιου, που όταν το είδε τελειωμένο μου είπε… «ρε συ Ηρόδοτε, πρέπει να δουλέψατε!». Ναι, δουλέψαμε.

Η Παλιά είσοδος του ανθρακωρυχείου

Η καινούργια στο ίδιο σημείο!

Εντυπωσιακή αλλαγή!

Τα χαρτομάντηλα γίνανε μούσκεμα. Χωρίς ντροπή, το ομολογώ πως το κλάμα μου εκείνη την ώρα ακούστηκε μέχρι το σπιτάκι των σεκιουριτάδων. Ήρθε κοντά μου και μου έδωσε το χέρι του ο φύλακας και με ρώτησε αν θέλω καφέ. Όχι του λέω, αλλά είμαι σίγουρος πως ήξερε γιατί έκλαιγα. Ήταν και αυτός από την αρχή του Έργου εκεί.

Κοίταξα γύρω, αναζήτησα το πλησιέστερο καλάθι για τα άχρηστα και πέταξα το μουσκεμένο χαρτομάντηλο. Ένα κιλό δάκρυ σε ένα τόσο μικρό χαρτομάντηλο.

Όταν μετά από δύο χρόνια, ξαναπήγα στο μέρος, ζήτησα να μπω σαν επισκέπτης στο κτίριο αυτό, γιατί σε αντίθεση με τα άλλα που ήταν Πανεπιστημιακά πλέον Κτίρια, εδώ ήθελα ειδική άδεια αφού ήταν κτίριο που στεγάζονται ιδιωτικές επιχειρήσεις και γραφεία ερευνών. Με είδαν οι υπεύθυνοι του κτιρίου. Έδωσαν εντολή. Άρατε Πύλας! Ήταν και η γυναίκα μου μαζί μου. Η υποδοχή που μας έγινε δεν ξεχνιέται!

Ζήλεψα εκείνη την ημέρα, τους ανθρώπους που το ανακατασκεύασαν, το αναπαλαίωσαν και το ανακαίνισαν. Ζήλεψα αυτούς που ανέστησαν τον πεθαμένο. Ζήλεψα εμάς! Που φτιάξαμε κάτι με γνώση, με σωστή μεθοδολογία, με προγραμματισμό, με ομαδικότητα και με συναίσθημα! Σεβαστήκαμε την παράδοση.

Με τους Μηχανικούς μας. Λίγοι από αυτούς.

Δεν είναι ανάγκη να πω ξανά ένα μπράβο σε όλους που είχαν εμπλοκή στην υλοποίηση ενός πολύπλοκου, δύσκολου και εμβληματικού Έργου. Στους συνεργάτες που είχα και φάνηκαν όλοι άνθρωποι με κότσια. Τους ευχαριστώ. Γι’ αυτό, αν και πέρασαν αρκετά χρόνια, τα μηνύματα τους προς εμένα είναι τουλάχιστον κολακευτικά. Αλλά τονίζω εδώ πως σε όλη εκείνη την υπερπροσπάθεια, ένοιωθα πάντα πως υπήρχε μια ομπρέλα προστασίας και εκτός από την δύναμη του Θεού, υπήρχε και η δύναμη της εταιρείας που δούλευα.

Οι φωτογραφίες που διάλεξα, μετά από πολλή προσπάθεια, δυστυχώς δεν δίνουν την εικόνα που ήθελα πραγματικά να δώσω. Ας είναι, σιγά-σιγά θα αναρτηθούν κι άλλες.

Όπως είναι σήμερα! Ζωντανό και επιβλητικό!

Μια ακόμα ιστορία του Ηρόδοτου. Και είναι ίσως ωραία ιστορία γιατί είναι αληθινή και γράφτηκε με συναίσθημα.

Ηρόδοτος Χρυσάνθου